Ισχυρό καταλύτη για να συνεχιστεί το σημερινό “ράλι ανακούφισης” στις μετοχές των τραπεζών, θα απαιτήσει η αγορά.

Μετά την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησής τους τον Δεκέμβριο, οι τράπεζες έχουν δεχτεί άνευ ορίων απαξίωση που σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στα θεμελιώδη τους δεδομένα.

Οι φόβοι των διεθνών αγορών για την είσοδο σε μια περίοδο στασιμοπληθωρισμού και οι δυσοίωνες εκτιμήσεις τους για τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και την κερδοφορία των επιχειρήσεων, βρίσκουν την Οικονομία της Ελλάδας εντελώς ανοχύρωτη και την κυβέρνηση με πολλά ανοιχτά και δύσκολα διαχειρίσιμα μέτωπα.

Πρόκειται για συνδυασμό καταστροφικό, ο οποίος αποτυπώνεται στην εικόνα του ελληνικού χρηματιστηρίου: η κεφαλαιοποίησή του ανέρχεται μόλις στο 18% του ΑΕΠ της χώρας, όταν επίπεδα κάτω του 30% ή 25% θεωρούνται αγοραστική ευκαιρία. Επομένως, το ελληνικό χρηματιστήριο είναι όχι απλά υπερπουλημένο, αλλά και δεν ενδιαφέρει κανέναν αγοραστή. Αυτή είναι η πραγματικότητα, η οποία δεν ανατρέπεται βεβαίως από μία ημερήσια άνοδο.

Και η απουσία ενδιαφέροντος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το διεθνές περιβάλλον (σημειώνεται ότι τα ισχυρά κέντρα αποφάσεων και μεγάλες επενδυτικές τράπεζες καταβάλλουν συντονισμένη προσπάθεια να κατευναστούν οι “αρκούδες” στις διεθνείς αγορές).

Συνιστά τον “καθρέφτη” της έλλειψης εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών για τη θέληση και τη δυνατότητα των ιθυνόντων να βγάλουν τη χώρα από την κρίση, ακολουθώντας την κοινή λογική της Οικονομίας, την εμπειρία από τα λάθη του παρελθόντος και το παράδειγμα χωρών που επίσης πέρασαν από κρίση και την άφησαν πίσω τους.

Το κλίμα μηδενικής ορατότητας είναι αυτό που δεν επιτρέπει στις τράπεζες να “εξαργυρώσουν” την επιτυχή πρόσφατη ανακεφαλαιοποίησή τους, αλλά αντιθέτως έχει φτάσει τις τιμές των μετοχών των τραπεζών σε τραγικά απαξιωμένα επίπεδα.

Χθες ενδεικτικά, κάποιος θα αγόραζε 20 μετοχές της συστημικής Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ) όσο μια τυρόπιτα και 100 μετοχές της μη συστημικής Attica Bank (ΑΤΤ) όσο ένα πεϊνιρλί… Και αν το δει κανείς διαχρονικά προ κρίσης, κάποιος που είχε αγοράσει το φθινόπωρο του 2008 π.χ. 1.800 μετοχές της Εθνικής, επενδύοντας με την τότε τιμή 72.000 ευρώ, χθες η επένδυσή του, συνυπολογιζομένων των reversesplit που έχουν μεσολαβήσει, άξιζε όσο ένα εισιτήριο των αστικών συγκοινωνιών: 1,40 ευρώ!

Προφανώς αυτή δεν είναι η αξία των τραπεζών, κάτι που σχολίασε χθες και ο εκπρόσωπος Τύπου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Τζέρι Ράις. “Τα θεμελιώδη δεδομένα των ελληνικών τραπεζών ενισχύθηκαν μετά την πρόσφατη ανακεφαλοποίησή τους και αυτό δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας”, επισήμανε κληθείς να σχολιάσει την κατακόρυφη πτώση των τιμών των ελληνικών τραπεζικών μετοχών.

Σε αυτά τα δεδομένα προσβλέπουν και οι ξένοι επενδυτές, περιμένοντας (όχι για πάντα βεβαίως) τις κινήσεις εκείνες της κυβέρνησης που θα σταθεροποιήσουν το οικονομικό περιβάλλον και θα εμπεδώσουν την εμπιστοσύνη. Επί του παρόντος, οι ξένοι επενδυτές που τοποθετήθηκαν στις πρόσφατες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών, βλέπουν να χάνουν για δεύτερη φορά το “στοίχημα”.

Μόλις από τα τέλη Δεκεμβρίου 2015 μέχρι χθες, βλέπουν να χάνονται από τη χρηματιστηριακή αξία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών 7,4 δις. ευρώ (από τα 11,6 δις. ευρώ στις 31/12/15 στα 4,2 δις. ευρώ χθες). Οι απώλειες για την Εθνική είναι στο 65% (από τα 3,13 δις. ευρώ στο 1,09 δις.), για την Πειραιώς(ΠΕΙΡ) στο 70,9% (από κεφαλαιοποίηση στα 2,42 δις. ευρώ στα 707 εκατ. ευρώ), για την Alpha (ΑΛΦΑ) στο 53,4% (από 3,82 δις. ευρώ στο 1,78 δις.) και για τη Eurobank (ΕΥΡΩΒ) στο 71,4% (από 2,27 δις. ευρώ στα 643 εκατ.).

Μέχρι στιγμής, οι μόνοι που δεν έχουν χάσει από τις τράπεζες είναι οι καταθέτες. Αυτό ήταν το μεγάλο κέρδος από την εσπευσμένηανακεφαλαιοποίηση του 2015, το οποίο για να διαφυλαχθεί απαιτεί πλήρη αναστροφή του κλίματος για τράπεζες και Οικονομία.